Ο Άγιος Ιώκωβος του Αλφαίου, ο Απόστολος
Ήταν
ένας από τους δώδεκα μαθητές του Κυρίου, αδελφός του Ματθαίου του
ευαγγελιστή και γιος του Αλφαίου. Ο Ιάκωβος, αφού αγωνίστηκε για την
αλήθεια του Χριστού στην Ιερουσαλήμ, έπειτα πήγε και σε άλλες
χώρες για να κηρύξει το Ευαγγέλιο. Εκεί, κατέστρεφε τους βωμούς των
ειδώλων και με τη χάρη του Θεού γιάτρευε αρρώστιες και εξεδίωκε τα
ακάθαρτα πνεύματα. Γι' αυτό και οι ειδωλολάτρες τον ονόμαζαν θείο
σπέρμα. Ο ιδρώτας, οι μόχθοι και οι κίνδυνοι που υπέστη για τη διάδοση
του Ευαγγελίου, ήταν πολλοί. Ο θάνατος πολλές φορές τον πλησίασε, αλλά
στη σκέψη του Ιακώβου κυριαρχούσαν ενθαρρυντικά τα λόγια του Κυρίου,
"όστις θέλει οπίσω μου ακολουθείν, απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον
σταυρόν αυτού, και ακολουθείτω μοι". Εκείνος που θέλει να με ακολουθεί
σαν γνήσιος μαθητής μου, λέει ο Κύριος, ας απαρνηθεί το διεφθαρμένο από
την αμαρτία εαυτό του, και ας πάρει την απόφαση να υποστεί για μένα όχι
μόνο θλίψη και δοκιμασία, αλλά ακόμα και θάνατο σταυρικό. Και τότε ας
με ακολουθεί, μιμούμενος το παράδειγμα μου. Έτσι και ο Ιάκωβος,
μιμούμενος το Διδάσκαλο του, υπέστη σταυρικό θάνατο.
Απολυτίκιο. Ήχος δ’. Ταχύ προκατάλαβε. Την
χάριν του Πνεύματος, γλωσσοπυρσεύτω πνοή, ως θείος απόστολος,
υποδεχθείς τη ψυχή, Ιάκωβε ένδοξε, έλαμψας εν τω κόσμω, ως αστήρ
εωσφόρος, έλυσας των ειδώλων, την πολύθεον νύκτα. Και νυν απαύστως
δυσώπει, υπέρ των ψυχών ημών.
Οι Όσιοι Ανδρόνικος και Αθανασία η συμβία του
Υπήρξαν
κατά το έτος 594 και ήταν σύζυγοι ενάρετοι, που κατάγονταν από την
Αντιόχεια της Συρίας. Ήταν εύποροι και ζούσαν σύμφωνα με το θέλημα του
Θεού. Ο Ανδρόνικος έκανε το επάγγελμα του αργυραμοιβού στην Αντιόχεια
και απόκτησε από τον γάμο αυτό δύο παιδιά, που όμως πέθαναν. Αυτό
κατέθλιβε τους δύο γονείς και για να βρουν παρηγοριά κατέφυγαν για
προσκύνημα στους Αγίους Τόπους. Από εκεί πήγαν στην Αίγυπτο, όπου με
κοινή απόφαση έγιναν μοναχοί και μπήκαν σε μοναστήρι. Ο μεν Ανδρόνικος
πήγε στη Μονή του αββά Δανιήλ, η δε γυναίκα του Αθανασία στη γυναικεία
Μονή των Ταβεννησιωτών. Εκεί, αφού ασκητικά πέρασαν το υπόλοιπο της
ζωής τους, απεβίωσαν ειρηνικά.
Απολυτίκιο. Ήχος πλ. α’. Τον συνάναρχον Λόγον. Σωφροσύνης
την χλαίναν την θεούφαντον, κατεποικίλατε χρόαις των ιερών αρετών,
ομοφρόνως εν σπουδή άμφω ασκήσαντες, όθεν υμών την σιωπήν, η τρισάγιος
ωδή, εδέξατο εν υψίστοις, Ανδρόνικε συν τη θεία, Αθανασία τη Θεόφρονι.
Η Οσία Ποπλία η Ομολογήτρια
Παντρεύτηκε
και αναδείχτηκε πρότυπο χριστιανής γυναίκας, που ξέρει με την υπακοή
και την αγάπη να διατηρεί την αρμονία του οικογενειακού σπιτιού. Η Οσία
Ποπλία γεννήθηκε και έζησε στην Αντιόχεια, επί αυτοκρατόρων μεγάλου
Κωνσταντίνου μέχρι και Ιουλιανού του παραβάτη (361 μ.Χ.). Ο τρόπος με
τον όποιο φρόντισε και μπόρεσε να αναθρέψει το μοναχογιό της Ιωάννη,
μαρτυρείται από τη διαγωγή, με την οποία έλαμψε αυτός και αναδείχτηκε
έξοχος μεταξύ έξοχων. Ήταν τόσο σεμνός και υπερβολικά ταπεινόφρων, ώστε
όταν χήρεψε η επισκοπή Αντιοχείας τον πίεσαν να την αναλάβει αυτός.
Αλλά ο Ιωάννης έμεινε άκαμπτος και έμεινε απλός Ιερέας. Μετά λοιπόν τη
δική του χειροτονία και το θάνατο του πατέρα του, η μητέρα του Ποπλία
παρέλαβε στο σπίτι της ευσεβείς ορφανές παρθένες. Φρόντιζε να τις
κυβερνά με στοργή και τις μετέδιδε τη θερμή πίστη της, τις μάθαινε να
είναι αγνές και όταν χρειαστεί να γίνουν ηρωίδες του σταυρού και
μάρτυρες του Ευαγγελίου. Όταν κάποτε ήλθε ο Ιουλιανός στην Αντιόχεια να
ενθαρρύνει τους ειδωλολάτρες, πέρασε έξω από το σπίτι της Ποπλίας. Τότε
αυτή, μαζί με τις άλλες παρθένες, έψαλλαν δυνατά "Τα είδωλα των εθνών
αργύριον και χρυσίον..". Εκνευρισμένος ο Ιουλιανός, έστειλε και της
έκαναν παρατήρηση να μη το ξανακάνει. Αλλά όταν ξαναπέρασε από το σπίτι
της, αυτή έψαλλε δυνατά "Αναστήτω ο Θεός και διασκορπισθήτωσαν οι
εχθροί αυτού". Τότε έδωσε διαταγή και τη μαστίγωσαν σκληρά, αλλά επειδή
ήταν γριά δεν τη σκότωσε. Έτσι η Ποπλία συνέχισε το αγαθοποιό έργο της,
μέχρι που η δίκαια ψυχή της παραδόθηκε στο στεφανοδότη Χριστό.
Ο Όσιος Πέτρος "ο από στρατιωτών"
Υπήρξε
στα χρόνια του βασιλιά Θεοφίλου του εικονομάχου (829) και καταγόταν από
την επαρχία των Γαλατών της Μικρός Ασίας. Ήταν γιος του Θεοφίλου και
της Ευδοκίας και το πρώτο του όνομα ήταν Λέων. Επειδή ήταν ωραίος και
δυνατός στο σώμα αλλά και στη φρόνηση, ο βασιλιάς τον έκανε κόμη. Αφού
για πολλά χρόνια πολέμησε και κατάφερε πολλά ανδραγαθήματα, κατόπιν τα
καταφρόνησε όλα και έγινε μοναχός στο μοναστήρι του Δαφνώνα, με το
όνομα Πέτρος. Έπειτα πήγε στον Όλυμπο και από εκεί στα Ιεροσόλυμα. Αλλά
και εκεί δεν έμεινε μόνιμα, αφού έφυγε στη Λαοδικεία και την Αττάλεια.
Αφού με ανδρεία υπέφερε τους κόπους της οδοιπορίας και της άσκησης, και
τον άγριο θυμό των Ισμαηλιτών, που συναντούσε στο δρόμο, τελευταία
επανήλθε στον Όλυμπο. Επειδή δε το ύψος της αρετής του έγινε φανερό
στους βασιλείς, γι' αυτό και ο βασιλιάς Βασίλειος ο Μακεδών, το έτος
867, τον έπεισε να κατοικήσει στο μοναστήρι του Αγίου Φωκά. Εκεί
λοιπόν, αφού πολλούς πνευματικούς αγώνες έκανε, παρέδωσε ειρηνικά την
ψυχή του στον Κύριο.
Μνήμη των Δικαίων Αβραάμ και Λωτ του ανεψιού του
Ο
Αβραάμ είναι ο γνωστός πατριάρχης της Παλαιάς Διαθήκης, ο γιος του
Θάρα. Γεννήθηκε στην Ουρ της Χαλδείας από τη φυλή του Σημ. Ο δε Λωτ,
ήταν γιος του Αρράν και ανεψιός του Αβραάμ πολύ αγαπημένος. Πήγε με τον
θείο του στη Χαράν και ζούσε μαζί του. Αλλά λόγω των συχνών διενέξεων
των υπηρετών, αποχωρίστηκε του θείου του και κατοίκησε στην πεδιάδα των
Σοδόμων, όπου έμεινε μέχρι την καταστροφή της.
Ο Όσιος Δωρόθεος
Πρόκειται για τον επίσκοπο Τύρου. Η κυρίως μνήμη του τιμάται την 5η Ιουνίου. |