Συναξαριστής 4ης Οκτωβρίου - 5 October 2009 - Andronianoi On Line
Παρασκευή, 25 Μαϊου 2012, 13.31.35
Καλώς Ορίσατε Guest | Εγγραφή | Είσοδος

Andronianoi On Line

ΑΡΙΘΜΟΣ ΕΠΙΣΚΕΨΕΩΝ
hit counter
Επικοινωνία
ΒΡΕΙΤΕ ΜΑΣ ΣΤΟ Facebook
ΒΡΕΙΤΕ ΜΑΣ ΣΤΟ Twitter
ΤΟ ΚΑΝΑΛΙ ΜΑΣ ΣΤΟ Youtube
A.E.AΝΔΡΩΝΙΑΝΩΝ (VIDEO)
ΠΡΩΤΟΣΕΛΙΔΑ ΕΦΗΜΕΡΙΔΩΝ
Ο ΚΑΙΡΟΣ ΣΤΗΝ ΕΥΒΟΙΑ
Φόρμα Εισόδου
Όνομα Χρήστη:
Κωδικός:
Κατηγορίες
Πολιτικά
Τεχνολογία - Επιστήμες
Διάφορα
Παράξενα και αστεία
Τοπικά Νέα
PC Doctor
Περί Φωτογραφίας
Βιογραφίες-biographies
Σαν σήμερα
Συναξαριστής
Υπολογιστές-Ιντερνετ
Αυτοκίνητο
Αθλητικά
Θεολογία
Ψάρια & Θαλάσσια Ζώα
Αφιερώματα
Λαϊκή Παράδοση
Ιστορικά
Βίντεο-Video
Xάρτες - Maps
Κοινωνία
Κόσμος
Βιβλιοθήκη των Ελλήνων
Άγγελμα Ημέρας
Λεξικό
Συνταγές Μαγειρικής
Φωτογραφία Ημέρας
Οικονομία
Λαογραφικά
Oμογένεια
Bυζαντινή Μουσική
Αυλωναρίτες Μετανάστες
Βιβλίο του κ.Δημητρίου Σγούρου
Θάνατος, Ανάσταση & Αιώνια Ζωή
Χάρτες Ευβοίας υψηλής ανάλυσης
Ποιήματα που επιλέγει ο "Μπιφτέκας"
Ελληνικός κινηματογράφος
Λειτουργικά Κείμενα Ορθοδόξου Εκκλησίας και Προσευχές
Θέματα Υγείας & Διατροφής
Θέματα Παιδείας
Yγεία-Πρόνοια-Ασφάλιση
Άμυνα-Ασφάλεια-Εξωτερική Πολιτική
Άρθρα
Ευρετήριο
Ημερολόγιο
Αρχείο
Σύνδεσμοι
Στατιστικά

On Line: 1
Επισκέπτες: 1
Χρήστες: 0
Χρόνος Λειτουργίας
Oι Ανδρωνιανοι στον Χάρτη




Κεντρική » 2009 » Οκτωβρίου » 5 » Συναξαριστής 4ης Οκτωβρίου
23.31.03
Συναξαριστής 4ης Οκτωβρίου

Ο Άγιος Ιερόθεος (εορτή Ιερόθεος, Ιεροθέα)

 

Ο Άγιος Ιερόθεος ήταν πλατωνικός φιλόσοφος και ένας από τα εννέα μέλη του Συμβουλίου της Γερουσίας του Αρείου Πάγου. Αφού δέχθηκε και διδάχθηκε την πίστη του Χριστού από τον Απόστολο Παύλο, χειροτονήθηκε πρώτος επίσκοπος Αθηνών το 152 μ.Χ. Μαθητής του υπήρξε ο Άγιος Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης, ο οποίος σα συγγράμματά του πλέκει εγκώμια για τον δάσκαλό του. Εκοιμήθη εν ειρήνη σε βαθιά γεράματα, μετά από πολύχρονη ποιμαντική και συγγραφική δραστηριότητα. Η τίμια κάρα του φυλάσσεται στο ομώνυμο μοναστήρι στα Μέγαρα Αττικής. Επίσης λείψανά του σώζονται στο Άγιον Όρος (Ι. Μ. Αγ. Παύλου) καθώς και στο παρεκκλήσιο του Αγ. Ανδρέα (Αρχιεπισκοπή Αθηνών).

 

Απολυτίκιο. Ήχος δ’. Ταχύ προκατάλαβε.
Του Παύλου ηλίευσαι, ταις θεηγόροις πλοκαίς, και όλος γεγένησαι, ιερωμένος Θεώ, σοφέ Ιερόθεε, συ γαρ φιλοσοφίας, ταις ακτίσιν εκλάμπων, ώφθης θεολογίας, ακριβούς υποφήτης, δι' ης μυσταγωγούμεθα, Πάτερ τα κρείττονα.

 

Κοντάκιον. Ήχος πλ. Δ’. Τη υπερμάχω.

Τον Ιεράρχην Αθηνών ανευφημούμεν σε, ως μυηθέντες διά σου ξέvα και άρρητα, ανεδείχθης γαρ θεόληπτος υμvολόγος. Αλλά πρέσβευε παμμάκαρ. Ιερόθεε, εκ παντοίων συμπτωμάτων ημάς ρύεσθαι, ίνα κράζωμεν, Χαίροις Πάτερ Θεόσοφε.

 


Ο Άγιος Πέτρος Ιερομάρτυρας, από την Καπιτώλιο

Ήταν γέννημα και θρέμμα της πόλης των Καπιτωλίων (αρχαία πόλη της ανατολικής Ιορδανίας, στο δρόμο για τη Δαμασκό), μεγάλος σοφός και πολύ συνετός. Υπήρξε παντρεμένος με τρία παιδιά και κατόπιν έγινε μοναχός. Τιμήθηκε με το αξίωμα της ιεροσύνης από τον Αρχιερέα της Μητρόπολης Βόστρων (αρχαία πόλη της Συρίας στη Χωράν, 80 χλμ. ανατολικά της λίμνης Γενησαρέτ και 90 χλμ. νότια της Δαμασκού). Καταγγέλλεται στον εθνάρχη των Αγαρηνών, ότι είναι διδάσκαλος των Χριστιανών. Επειδή ο Πέτρος και μπροστά στον Αγαρηνό εθνάρχη ομολόγησε με θάρρος την πίστη του, γι' αυτό του κόβουν τα χέρια και τα πόδια. Κατόπιν του βγάζουν τα μάτια, τον σταυρώνουν και στο τέλος τον αποκεφαλίζουν. Το δε μαρτυρικό του σώμα, αφού το έκαψαν στη φωτιά, κατόπιν το έριξαν στο ποτάμι.

 


Η Άγια μάρτυρας Δομνίνη και οι θυγατέρες αυτής Βερνίκης και Προσδόκης

 

Η Άγια μάρτυρας Δομνίνη και οι θυγατέρες αυτής Βερνίκης και Προσδόκης. Για τις μάρτυρες αυτές εγκωμιαστικούς λόγους έχει πει ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, και αυτός είναι πού έχει καταγράψει το βίο τους. Η άξια Δομνίνα ήταν από την Αντιόχεια και ασπάστηκε την χριστιανική πίστη μαζί με τις δύο θυγατέρες της, την Βερνίκη και την Προσδόκη. Όταν ξεκίνησε ο διωγμός επί του Διοκλητιανού η μητέρα του και οι δύο κόρες της αποφάσισαν να παραμείνουν σταθερές εις την πίστη. Όμως ο σύζυγος της Δομνίνης ήταν ειδωλολάτρης και εκμεταλλευόμενος την σκληρότητα των διωγμών προσπαθούσε να τις πείσει να απαρνηθούν το Χριστό. Για το λόγο αυτό οι Αγίες αποφάσισαν να φύγουν. Κατέφυγαν στην Έδεσσα της βόρειας Μεσοποταμίας. Όμως ο ειδωλολάτρης σύζυγος Έμαθε τον τόπο πού κρυβόντουσαν και πήγε μαζί με στρατιώτες να τις συλλάβουν. στο δρόμο της επιστροφής έκαναν στάση γιατί έπεσε η νύκτα και οι μεν στρατιώτες κοιμήθηκαν ο δε πατέρας φύλαγε τη γυναίκα και τις κόρες του. Όμως σκεφτόμενος το γεγονός ότι οι στρατιώτες θα ατίμαζαν τις θυγατέρες του και την γυναίκα του, τούς έθεσε τον όρο ότι για να τις αφήσει ελεύθερες θα έπρεπε να πέσουν στον ποταμό και να πνιγούν. Οι αγίες το δέχτηκαν και κάνοντας την προσευχή τους και ζητώντας συγχώρηση από τον Κύριο βάδισαν με βήμα σταθερό στον ποταμό και έθεσαν τέρμα στη ζωή τους.

 


Ο Άγιος Αύδακτος (ή Άδαυκτος) και Καλλισθένη η θυγατέρα του

Ο Αύδακτος ήταν από την Έφεσο και είχε τιμηθεί από τον Μαξιμίνο έπαρχος, διότι ήταν πολύ συνετός και πλούσιος. Επειδή όμως ο Μαξιμίνος ζήτησε την κόρη του Καλλισθένη για γυναίκα του, ο Αύδακτος δεν θέλησε να τη δώσει σ' έναν ειδωλολάτρη. Γι' αυτό άρπαξαν τα υπάρχοντα του και τον εξόρισαν στη Μελιτινή, όπου τον αποκεφάλισαν. Η δε κόρη του Καλλισθένη, αφού κουρεύτηκε και φόρεσε ανδρικά ρούχα, κρυβόταν κάπου στη Νικομήδεια. Ύστερα από οκτώ χρόνια πήγε στη Θράκη. Εκεί έμενε κοντά σε μια οικογένεια, που είχε κόρη με άρρωστους τους οφθαλμούς. Η Καλλισθένη τη θεράπευσε και οι γονείς ζητούσαν να την παντρέψουν με τη θεραπευμένη κόρη τους. Τότε η Καλλισθένη φανέρωσε την αλήθεια γι' αυτή και όλοι μαζί αφού δόξασαν τον Θεό, έφυγε. Τότε γνωρίστηκε με την αδελφή του Μεγάλου Κωνσταντίνου, Κωνστάντια και κατάφερε όχι μόνο να πάρει πίσω την περιουσία του πατέρα της, αλλά και να μεταφέρει το λείψανο του Άγιου πατέρα της από τη Μελιτινή στην Έφεσο, όπου έκτισε Ναό στο όνομά του και εναπόθεσε το άγιο λείψανό του. Έτσι Αποστολικά αφού έζησε το υπόλοιπο της ζωής της η Καλλισθένη, απεβίωσε ειρηνικά.


Ο Όσιος Αμμούν ο Αιγύπτιος

Αιγύπτιος φτωχός και ορφανός, τον όποιον ο θείος του εξανάγκασε να παντρευτεί. Για 18 χρόνια έζησε με τη σύζυγο του με παρθενία και στέρηση. Κατόπιν αποσύρθηκε στην έρημο, όπου τρεφόταν με χόρτα. Στην έρημο γνώρισε και τον Μέγα Αντώνιο, ο οποίος εξεπλάγη για την αυστηρή του άσκηση, την οποία πολλοί μιμήθηκαν. Έτσι ασκητικά αφού έζησε και θαύματα αρκετά αφού έκανε, απεβίωσε ειρηνικά.


Οι Άγιοι Φαύστος, Γάιος, Ευσέβιος και Χαιρήμων (ή Χαρήμων) οι Διάκονοι

Ήταν μαθητές του Αγίου Διονυσίου επισκόπου Αλεξανδρείας (βλέπε βιογραφικό του σημείωμα στις 3 Οκτωβρίου). Ειδικά ο Ευσέβιος με τον Χαιρήμονα, έθαβαν τα τίμια λείψανα των Αγίων Μαρτύρων. Τελικά και αυτοί, αφού με θάρρος ομολόγησαν τον Χριστό αποκεφαλίστηκαν.

 


Ο Όσιος Ιωάννης ο Λαμπαδιστής

 

Πολύ γνωστό το όνομά του στο «μυρωμένο νησί». Πολύ γνωστό και το μοναστήρι του.

Μα είναι υποδειγματική κι υπέροχη κι η σύντομη ζωή του. Μια γρήγορη ματιά σ' αυτή θα μας το βεβαιώσει.

Έζησε τον 10ο αιώνα μ.Χ., την εποχή που ο δοξασμένος αυτοκράτορας Νικηφόρος Β' ο Φωκάς (963-969) είχε απαλλάξει την Κύπρο μας από τον απαίσιο ζυγό των Αράβων και την είχε κάμει επαρχία της μεγάλης μας Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.

Γεννήθηκε στην εύανδρη Λαμπαδιστό, στο χωριό που γεννήθηκε κι ο άγιος Ηρακλείδιος και που βρισκόταν, όπως είπαμε κι άλλου, κοντά στην περιοχή του χωρίου Μιτσερό, όπου αποκαλύφθηκαν και τα ερείπια του.

Ο Ιωάννης για την οικογένειά του υπήρξε δώρο της γεροντικής των ηλικίας.

Οι γονείς του Κυριάκος ιερέας και Άννα πρεσβυτέρα ήταν άνθρωποι πολύ ευσεβείς και πλούσιοι.

Ο Ιωάννης ήταν το μονάκριβο παιδί τους. Κι αυτό το απέκτησαν υστέρα από θερμές κι εγκάρδιες προς τον Κύριο προσευχές. Γι' αυτό και τον αγαπούσαν πολύ κι από μικρό τον ανέθρεψαν με το γάλα της αυστηρής χριστιανικής πίστεως. Στη μελέτη και την εκμάθηση των ιερών γραμμάτων ο Ιωάννης ξεπερνούσε όλους τους συνομηλίκους του. Όλοι θαύμαζαν την εξυπνάδα, αλλά και τη φιλομάθεια του.

Η παιδική κι η εφηβική ηλικία του Λαμπαδιστή ήταν μια ζωή αληθινά πρότυπη. Ο Ιωάννης νέος, ωραίος, ψηλός, με μάτια γαλανά σαν τον ουρανό δεν μάθαινε μόνο τα ιερά γράμματα. Τα ζούσε.

Η ζωή του συγκρατημένη και αυτοκυριαρχούμενη είχε σαν οδηγό το Πανάγιο Πνεύμα το όποιο λες κι αγαπούσε να μένει και να επαναπαύεται στην αγνή ψυχή του. Δίκαια, λοιπόν, ο άγιος Θεός τον δόξασε από τούτη την ηλικία.

Κάποια μέρα που ο νεαρός Ιωάννης έκοψε ένα τσαμπί ώριμο σταφύλι και το έφερε στο σπίτι πριν από τις 6 Αυγούστου — που οι χριστιανοί συνήθιζαν να παίρνουν σταφύλια στην εκκλησία, για να διαβάζονται κι ύστερα να τα τρώνε -, τιμωρήθηκε από τον ευλαβή και τυπικό ιερέα πατέρα του με μια αυστηρή παρατήρηση κι ένα ράπισμα. Ο Ιωάννης, που έκοψε το σταφύλι όχι για να το φάει, άλλα για να δείξει στον πατέρα τη θεϊκή ευλογία με την άφθονη καρποφορία, δέχτηκε την τιμωρία αδιαμαρτύρητα. Ύστερα αφού προσευχήθηκε θερμά, και με δάκρυα, πήγε κι έβαλε το τσαμπί στο μέρος από το οποίο το έκοψε. Και το θαύμα έγινε. Το τσαμπί κόλλησε στην κληματόβεργα, ωσάν να μη κόπηκε ποτέ. Έτσι τιμά ο Θεός εκείνους που τον σέβονται και τον αγαπούν.

Όταν ο Ιωάννης έγινε 18 χρόνων, οι γονείς του, που δεν κατάλαβαν ακόμη τους ανώτερους κι ευγενέστερους εσωτερικούς πόθους του παιδιού τους, τον πίεσαν να μνηστευθεί μια πλούσια κόρη. Η επιθυμία τους να δουν το οικογενειακό τους δένδρο να συνεχίζεται τους έκαμε να λησμονήσουν το τάμα τους. Το τάμα που έκαμαν, ν' αφιερώσουν το παιδί τους στον Θεό. Η απαίτηση των γονιών να τον μνηστεύσουν, μα κι ο αγνός πόθος του νέου να ασκητέψει και να ζήσει μια ζωή τέλειας αφιέρωσης δημιούργησαν στην ψυχή του μια σύγκρουση. Κουρασμένος και στενοχωρημένος ο νέος από την πάλη που διεξαγόταν στην καρδιά του κατέφυγε στην προσευχή. Γονάτισε και με πόνο ψυχής ζήτησε τον φωτισμό του Αγίου Πνεύματος. Ξαφνικά, τη στιγμή που γονατιστός παρακαλούσε να του φανερώσει ο Θεός το θέλημα του, άκουσε μια φωνή μέσα του να του λέει:

«Ο φιλών πατέρα ή μητέρα υπέρ εμέ ουκ εστί μου άξιος, και ο φιλών υιόν ή θυγατέρα υπέρ εμέ ουκ εστί μου άξιος, και ος ου λαμβάνει τον σταυρόν αυτού και ακολουθεί οπίσω μου, ουκ εστί μου άξιος». (Ματθ. Γ’, 37-38). Δηλαδή εκείνος που αγαπά τον πατέρα ή τη μητέρα του πιο πολύ από μένα, αυτός δεν είναι άξιος να λέγεται οπαδός μου. Και εκείνος που αγαπά τον γιο του ή την κόρη του πιο πολύ από μένα, κι αυτός πάλι δεν είναι άξιος να λέγεται οπαδός μου. Μα κι όποιος δεν παίρνει σταθερή την απόφαση να υποστεί κάθε ταλαιπωρία κι αυτόν ακόμη τον σταυρικό θάνατο για την πίστη του σε μένα και δεν με ακολουθεί σαν αρχηγό κι υπόδειγμα του, κι αυτός δεν είναι άξιος για μένα.

Ύστερα από τα λόγια της φωνής ο Ιωάννης σηκώθηκε κι έτρεξε στην κόρη. Με ειλικρίνεια κι αγάπη της φανέρωσε τον πόθο του. Τον πόθο να ζήσει παρθενική ζωή. Αφού της ανακοίνωσε την επιθυμία του, πρότεινε το ίδιο και σ' αυτήν. Η κόρη όμως δεν δέχθηκε κι έτσι η μνηστεία διαλύθηκε.

Οι γονείς της κόρης, που θεώρησαν το πράγμα προσβολή, θέλησαν να εκδικηθούν. Μια σατανοκίνητη ψυχή, ένας μάγος, προσφέρθηκε να τους βοηθήσει. Χωρίς να φανερώσουν τις διαθέσεις τους και προσποιούμενοι τους φίλους κάλεσαν τον Ιωάννη σε γεύμα μαζί με τον πατέρα του. Στο φαγητό, που παρέθεσαν στον νέο, έβαλαν κάποιο δηλητήριο.


Στα μεταλλεία της περιοχής είναι γνωστό το δηλητήριο τούτο και σήμερα. Όταν φάγει κανείς λίγο απ' το φαΐ, που παρασκευάζεται με το είδος αυτό, χάνει το φως του. Αν φάγει περισσότερο, πεθαίνει.

Ο Ιωάννης, νέος, εγκρατής, έφαγε μόνο λίγο από το φαγητό με αποτέλεσμα να τυφλωθεί. Τα γαλανά του μάτια μέσα στα οποία καθρεφτιζόταν η καλοσύνη κι η απλότητα της αγνής καρδίας του, σκοτείνιασαν για πάντα. Έχασαν το γλυκύ και ζωογόνο φως.

Ο Ιωάννης με υπομονή και καρτερία αληθινά χριστιανική δέχθηκε τη δοκιμασία. Γνωρίζει ο θεοφώτιστος νέος πώς «χριστιανός χωρίς τη φωτιά της καρδιάς, είναι φανάρι χωρίς φως, κορμί χωρίς ψυχή. Η καρδιά του άνθρωπου δεν καθαρίζεται, αν δεν πονέσει κι αν δεν κλάψει. Σε καρδιά που δεν πόνεσε, δεν μπαίνει ο Χριστός». Τα γνωρίζει αυτά κι υπομένει. Και προσεύχεται. Κι ειρηνικά σηκώνει τον σταυρό της δοκιμασίας και δοξολογεί τον Θεό.

Πέρασαν ακόμη μερικές μέρες. Αφού ο Ιωάννης συγχώρησε και πάλι όλους όσους τον έβλαψαν, πήρε τον πιστό του υπηρέτη, που είχε κι αυτός το όνομα Ιωάννης, κι έφυγαν για τη Μαραθάσα. Εκεί, απέναντι από τον Καλοπαναγιώτη και στο μέρος όπου οι απόστολοι Βαρνάβας και Παύλος είχαν βαπτίσει κατά μια παράδοση τον Άγιο Ηρακλείδιο, ήταν η Μονή του αγίου Ηρακλειδίου. Σ' αυτήν έφτιαξε ο Ιωάννης το ασκητήριό του. Τέσσερα χρόνια έζησε στο μέρος αυτό προσευχόμενος και διδάσκοντας τόσο με τα λόγια, όσο και με το παράδειγμά του το θέλημα του θεού. Πολλά θαύματα έκαμε, όταν ήταν ακόμη στη ζωή. Ένα είναι και τούτο:

Μια μέρα ο πολυδοκιμασμένος νέος πήρε τον πιστό του υπηρέτη και βγήκε μαζί του περίπατο. Στο μέρος όπου έφτασαν δεν είχε νερό κι η ζέστη ήταν αφόρητη. Ο υπηρέτης, που καιόταν κυριολεκτικά από τη δίψα, έτρεξε πάνω-κάτω αλλά πουθενά δεν βρήκε νερό. Απογοητευμένος κάθησε κάπου ζαλισμένος και μισολιπόθυμος. Ο Ιερός Λαμπαδιστής στον όποιο ο υπηρέτης φανέρωσε την κατάστασή του σηκώθηκε και γονάτισε. Σήκωσε τα μάτια, σταύρωσε τα χέρια και με θέρμη απήγγειλε μια προσευχή. Ύστερα άπλωσε τα χέρια και κτύπησε τον διπλανό βράχο. Δοξασμένος να 'ναι ο Κύριος στους αιώνες. Το θαύμα του Μωυσή στην έρημο επαναλήφθηκε. Ο βράχος άνοιξε κι εδώ. Και μια δροσερή πηγή κρυστάλλινου νερού ανέβλυσε από τον βράχο. Ο πιστός υπηρέτης σώθηκε. Και μαζί μ' αυτόν χιλιάδες διψασμένοι ξεδίψασαν έκτοτε από το γάργαρο νερό της, που στέκει ως τα σήμερα κι είναι γνωστό σαν άγιασμα του Λαμπαδιστή. Στέκει και διαλαλεί και θα διαλαλεί στους αιώνες το έλεος του Θεού σ' εκείνους, που με την πίστη επικαλούνται τη Χάρη του.

Τρεις μέρες προτού να πεθάνει ο μακάριος ασκητής ανέκτησε και πάλι το φως του. Κι είδε τότε τρεις αετούς χρυσόπτερους να πετάνε γύρω του. Ήταν η επίσκεψη του Τριαδικού Θεού υπό τη μορφή των τριών αετών που τον καλούσε κοντά του. Και πραγματικά! Στις 4 του Οκτώβρη η αγία ψυχή του πέταξε στον ουρανό. Άφησε τον κόσμο τούτο σε ηλικία 22 χρόνων. Οι γονείς του μαζί με τους μοναχούς της μονής έθαψαν το άγιο σκήνωμά του στην εκκλησία του αγίου Ηρακλειδίου. Κι έκτισαν εδώ άλλο ναό στο όνομα του παιδιού τους - τέλη του 10ου και αρχές του 11ου αιώνα - που περιέκλεισε τον τάφο με το άγιο λείψανο του Λαμπαδιστή.

Πολλά θαύματα έκαμε ο άγιος όσο καιρό ζούσε. Προ παντός θεραπείες δαιμονιζομένων. Ο χρονικογράφος της Κύπρου Λεόντιος Μαχαιράς γράφει γι' αυτόν στο χρονικό του: «Και ο Μέγας Ιωάννης ο Λαμπαδιστής εις την Μαραθάσαν όπου διώχνει τα δαιμόνια». Η θαυματουργική χάρη του αγίου συνεχίζεται πλούσια και σήμερα, σε όσους με πίστη κι ευλάβεια ζητούν τη χάρη του. Θα αναφέρουμε εδώ ακόμη ένα θαύμα. Το διηγείται ένας πολύ αξιόπιστος κάτοικος από την Αμμόχωστο.

Βρισκόταν τότε στον Καλοπαναγιώτη το 1950. Πήγε εκεί για λουτροθεραπεία. Μια μικρή πληγή που είχε στο κορμί του μεγάλωνε μέρα με τη μέρα. Πυορροούσε συνέχεια και δεν φαινόταν πουθενά ελπίδα να κλείσει και να θεραπευτεί. Οι γιατροί πηγαινοερχόντουσαν χωρίς αποτέλεσμα. Ο ιδιαίτερος γιατρός του βέβαιος για το σύντομο τέλος του πελάτη του, κάλεσε και ιατροσυμβούλιο, για να κατοχυρώσει τη θεραπεία που έκαμνε. Μετά από προσεκτική και πλατιά συζήτηση συμφώνησαν όλοι στη θεραπευτική αγωγή, μα και στον κίνδυνο, τον μεγάλο κίνδυνο τον όποιο περνούσε. Όταν το ιατρικό συνέδριο τέλειωσε, κοινή ήταν η διαπίστωση όλων, πως το πρωί της άλλης μέρας δεν θα έβρισκαν τον άρρωστο ζωντανό. Αν και οι γιατροί τίποτα δεν αποκάλυψαν σ' αυτόν, ο άρρωστος κατάλαβε ότι η θέση του δεν ήταν καλή. Για μια στιγμή το θάρρος του κλονίστηκε. Η πίστη του όμως στον Θεό έμεινε σταθερή. Έκλεισε με πόνο τα σωματικά του μάτια και με ψυχή «συντετριμμένην και τεταπεινωμένην», μουρμούρισε:

— Άγιε μου Ιωάννη, λυπήσου με. Λυπήσου την οικογένεια μου και κάνε
με καλά. Δώσε μου την υγεία μου και να κάνω τη γιορτή σου, όσο ζω.

Την προσευχή του - κραυγή - επανέλαβε αρκετές φορές. Ξαφνικά εκεί που προσευχόταν, ένα φως, ιλαρό φως γέμισε το δωμάτιο του και μια μορφή υπέροχη, αγγελική, του Λαμπαδιστή, η γλυκιά κι ουράνια μορφή, στάθηκε δίπλα στο κρεβάτι του.

— Μη φοβάσαι, καλέ μου άνθρωπε. Πίστευε μόνο στον Θεό. Οι γιατροί σου βέβαια γνωμάτευσαν πως θα πεθάνεις. Όχι όμως κι ο Θεός.

Κι αγγίζοντας με το άγιο χέρι του την πληγή πρόσθεσε:

- Να! Με τη χάρη του Χριστού η αγιάτρευτη πληγή σου θεραπεύεται.

Ο άρρωστος άνοιξε τα μάτια. Έμεινε ακίνητος για λίγα λεπτά. Ήταν καταϊδρωμένος. Συνήλθε όμως γρήγορα κι ένοιωθε ότι είχε γιατρευτεί. Σηκώθηκε από το στρώμα και κάθισε. Με το τρεμάμενο χέρι αφήρεσε τους επιδέσμους. Η πληγή είχε εξαφανιστεί. Θεραπεύτηκε. Ο άρρωστος πετάχτηκε κάτω από το στρώμα. Γονάτισε. Και με την καρδιά ξέχειλη από ευγνωμοσύνη δόξασε τον Θεό κι ευχαρίστησε τον γιατρό του, τον ιερό Λαμπαδιστή.

Τα πολλά θαύματα που γινόντουσαν στο μέρος αυτό, αποκατέστησαν με τον καιρό τη δόξα της μονής του αγίου Ηρακλειδίου, που είναι σήμερα γνωστή σαν μονή του Ιωάννη του Λαμπαδιστή.

Καρπός πίστεως και δώρο του Θεού, όπως είδαμε υπήρξε ο όσιος για τους γονείς του. Γεννήθηκε κι ανατράφηκε σ' ένα περιβάλλον αληθινής χριστιανικής ευσέβειας. Μα και διακρίθηκε σε οσιότητα βίου κι αρετή. Η οικογένεια έγινε γ' αυτόν εργαστήριο αγιότητος. Στην οικογένειά μας οφείλουμε κι εμείς ότι είμαστε. Στ' αλήθεια! Μεγάλο δίκαιο είχε ο άγιος Γρηγόριος ο Νύσσης να γράφει: «Από της εστίας η χάρις. Ενταύθα το των αγαθών εργαστήριον». Ευτυχισμένοι όλοι εκείνοι που αγωνίζονται και φροντίζουν να γίνει η οικογένειά τους «των αγαθών εργαστήριον».

Απολυτίκιο Ήχος α’. Της ερήμου πολίτης.
Της Λαμπάδος το κλέος και Κυπρίων αγλάισμα και θαυματουργός όντως ώφθης, Ιωάννη Πατήρ ημών Όσιε. Νηστεία κατατήξας της σαρκός, αλόγους ενθυμήσεις πανσθενώς, όθεν χάριν ιαμάτων εξ ουρανού εδέξω, θεόπνευστε. Δόξα τω δεδωκότι σοι ισχύν, δόξα τω σε στεφανώσαντι δόξα τω ενεργούντι δια σου πάσιν ιάματα.

 


Ο Όσιος Θεόδωρος "του Ταμασού"

 

Έζησε τον πρώτο αιώνα μ.Χ. Κι είναι ένας από τη μικρή εκείνη ιεραποστολική ομάδα, - οι άλλοι είναι οι άγιοι Ηρακλείδιος και Μνάσων - που με κατοικία και ορμητήριο τους μια σπηλιά στην πολυάνθρωπη Ταμασό, ανέλαβαν πρώτοι να διαλύσουν τα βαθιά σκοτάδια της ειδωλομανίας, και στη θέση τους να υψώσουν το σωστικό φως του Χρίστου, το ιλαρό φως της νέας ζωής.

Μέσα για την επιτυχία του υπέροχου σκοπού τους οι τολμηροί αυτοί χαλαστάδες του κακού και χτίστες των αρετών και του κάλου είχαν μονάχα τον λόγο του Θεού, που είναι «τομώτερος υπέρ πάσαν μάχαιραν δίστομον».

Με τον λόγο του Θεού και το κήρυγμα για τον Εσταυρωμένο δούλεψαν σκληρά οι άγιοι του Θεού άνθρωποι.

Δούλεψαν για το πνευματικό ξεσκλάβωμα των συμπατριωτών τους και τη δημιουργία στην πατρίδα τους ενός καλύτερου κόσμου.

Κόσμου στον οποίο αντί του μίσους θα βασίλευε η αγάπη, αντί της απελπισίας η ελπίδα, αντί της ανομίας και της διαφθοράς η δικαιοσύνη κι η αρετή.

Μαζί με τους πρώτους αυτούς ξεριζωτές της απιστίας και φυτευτές του δένδρου της πίστεως στο προνομιούχο νησί της Κύπρου ήταν κι ο άγιος Θεόδωρος. Ήταν ένας απ' αυτούς.

Πατρίδα είχε τη μεγάλη πολιτεία της Ταμασού, που η φήμη της τότε απλωνόταν και πέρα από την Ελληνική αυτή γωνιά εξ αίτιας του περίφημου χαλκού της και των πλουσίων σε τούτο το πολύτιμο εύρημα μεταλλείων της. Οι γονείς του ήταν ειδωλολάτρες. Ο πατέρας του μάλιστα είχε ως έργο την αγαλματοποιία. Κατασκεύαζε αγάλματα θεών, τα οποία, όταν μεγάλωσε ο γιος του Θεωνάς - αυτό ήταν τ' όνομα του πριν να βαπτισθεί - τα έπαιρνε και τα πωλούσε στην αγορά κι από τα χρήματα που έπαιρναν αποζούσαν.

Μια επιτόπια παράδοση μας αναφέρει, πως κάποια φορά που ο Θεωνάς πήγαινε στην πόλη για να πωλήσει τα αγαλματάκια του πατέρα του, που τα είχε μέσα στο «ισάτζιν» του (σακίδιο) συνοδευόταν από τον φίλο του Μνάσωνα και τον δάσκαλο και των δύο τον άγιο Ηρακλείδιο. Τις ημέρες εκείνες είχαν πέσει καταρρακτώδεις βροχές κι ο ποταμός ο Πεδιαίος (Πιδκιάς), που πηγάζει από τα βουνά του Μαχαιρά, και χωρίζει σήμερα το Πολιτικό από το χωριό Πέρα, τότε δε την Ταμασό από το πέραν του ποταμού Πιδιά τμήμα της - γι' αυτό λέγεται και Πέρα — είχε κατεβάσει πολύ νερό κι είχε γίνει αδιάβατος. Στο θέαμα του «πολυκύμαντου» νερού ο άγιος Ηρακλείδιος κάλεσε τον Θεωνά να ρίξει μέσα στον ποταμό κανένα από τα αγαλματάκια των θεών που κρατούσε, ίσως και σταματήσουν τα νερά να τρέχουν, κι έτσι μπορέσουν να διαβούν στην άλλη μεριά:

Βάλε κανένα θεό μέσα να ρέξομεν.
Έβαλεν έναν, επήρεν τον ο ποταμός" έβαλεν άλλον, επήρεν τον τζιαί τζείνον βάλλει άλλον, τζιαί τζείνον τα ίδια. Στην υστερκάν (στο τέλος) σύρνει τους με το Ισάτζιν επήαν ούλλοι, τζ' ο ποταμός εν ίσταμα τα. Εστέκουνταν τζ' εδκιαλοΐζονταν ίντα λοής να ρέξουν. Ο άης Άρα κλείτης τότε εποταύρισεν το δεκανίτζιν του (βακτηρία) τζ' εσταύρωσεν τομ ποταμόν ίσια εσταμάτησεν, τζ' ερέξασιν.

Το θαύμα αυτό του χωρισμού των νερών του Πιδιά πρέπει να έγινε φυσικά προτού να πιστεύσει στον Χριστό ο Άγιος μας. Γι' αυτό κι η προσπάθειά του να σταματήσει το ρεύμα των νερών απέτυχε, αν και μέσα σ' αυτό έριξε όλα τα αγαλματάκια των θεών, που του έδωκε ο πατέρας του να πωλήσει.

Στη νεανική ηλικία βρίσκουμε τον Θεωνά να' ναι συνδεδεμένος στενά με τον Μνάσωνα, που ο Ευαγγελιστής Λουκάς στο βιβλίο του Πράξεις των Αποστόλων αποκαλεί «αρχαίον μαθητήν». Με τον Μνάσωνα μάλιστα είχαν αναλάβει κι ένα ταξίδι στη Ρώμη για να λύσουν κάποιες διαφορές που είχαν δημιουργηθεί μεταξύ των ειδωλολατρών του Πολιτικού και του χωρίου Πέρα ποιος από τους ψευδώνυμους θεούς τους ήτο μεγαλύτερος. Εκεί στην πρωτεύουσα της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, που ήταν και το κέντρο του ειδωλολατρικού κόσμου, οι δύο φίλοι γνωρίστηκαν με μερικούς αποστόλους από τους εβδομήκοντα. Ποίοι ήσαν αυτοί οι απόστολοι δεν γνωρίζουμε. Αυτό που γνωρίζουμε από την ακολουθία του οσίου είναι, πώς οι δύο Κύπριοι ταξιδιώτες είχαν έρθει σε ιδιαίτερη επαφή μ' αυτούς. Στις συναντήσεις που ακολούθησαν οι απόστολοι μίλησαν στους δύο φίλους για την καινούργια πίστη. Η διψασμένη για την αλήθεια ψυχή τους δεν χόρταινε ν' ακούει τον λόγο για τον Ιησού τον Ναζωραίο. Αύτη η δίψα τους έκανε να εγκαταλείψουν πολύ γρήγορα τη μεγάλη πόλη Ρώμη, κι αντί να γυρίσουν στην πατρίδα τους, την Κύπρο, να τραβήξουν στα Ιεροσόλυμα. Πήγαν εκεί για να συναντήσουν τον κορυφαίο απ' τους αποστόλους, τον Πέτρο, έτσι τους τον είπαν, και τον αγαπημένο μαθητή του Χριστού, τον Ιωάννη τον Θεολόγο και Ευαγγελιστή. Η αγάπη του Θεού ευλόγησε τον πόθο τους κι αντάμειψε την αγαθή διάθεσή τους. Στην Άγια Πόλη, την Ιερουσαλήμ, συνήντησαν πραγματικά τους δύο αποστόλους κι από αυτούς άκουσαν ότι ζητούσαν. Από τους αυτόπτες τούτους μαθητές κι αυτήκοους μάρτυρες του Ιησού έμαθαν «καταλεπτώς» τα περιστατικό γύρω από τη Γέννηση του Θείου Βρέφους, το μεγάλωμα και τη Βάπτιση του στον Ιορδάνη ποταμό. Πληροφορήθηκαν ακόμη σχετικά τίνα για το έργο του, τη διδασκαλία και τα Θαύματα του, κι επίσης για την εκούσια Σταύρωση, την εκ νεκρών Ανάσταση, κι υστέρα από σαράντα μέρες Ανάληψη του στους ουρανούς. Επίσης απ' τους ιερούς αποστόλους έμαθαν, πως ο Ιησούς θα ξανάρθει κάποτε, για να κρίνει ζώντας και νεκρούς. Να τιμωρήσει τους κακούς και να βραβεύσει τους καλούς κι ενάρετους. Όλα αυτά οι δύο προσήλυτοι τα παρακολούθησαν με πολλή λαχτάρα. Κι αφού δέχτηκαν στο τέλος και το βάπτισμα, αναχώρησαν για την Κύπρο, για να συναντήσουν εδώ τους αποστόλους Παύλο και Βαρνάβα και Μάρκο και τον οπαδό τους τον Ηρακλείδιο, που είχαν ήδη κατηχήσει και βαπτίσει. Οι δύο νεοφώτιστοι χριστιανοί χαίροντες και αγαλλόμενοι για την ευλογημένη συνάντηση με τους Αποστόλους και τον άγιο Ηρακλείδιο αντάλλαξαν μαζί τους χαιρετισμό αγάπης και παρέμειναν κοντά τους.

Λίγες μέρες μετά τη συνάντηση οι απόστολοι αναχώρησαν για την Πάφο. Τότε, σύμφωνα με το συναξάρι του οσίου, ο μεν άγιος Μνάσων έμεινε μαζί με τον δάσκαλο του, τον άγιο Ηρακλείδιο, ο δε όσιος Θεόδωρος αποχωρίστηκε κι απ' τους δύο, κι έζησε μια ασκητική ζωή.

Για τριάντα οκτώ χρόνια ο ιερός αθλητής πάλεψε έχοντας σαν κανόνα την αυστηρή εγκράτεια, στήριγμα την αδιάλειπτη προσευχή, περικεφαλαία την ταπεινοφροσύνη και σκοπό του την επικράτηση της βασιλείας του Χριστού στην αγαπημένη του πατρίδα.

Ένας συνεχής αγώνας υπήρξε ολόκληρη η ζωή του. Τα λόγια του Κυρίου «αγωνίζεσθε εισελθείν δια της στενής πύλης» αντηχούσαν κάθε στιγμή στ' αυτιά του. Έτρωγε πολύ λίγο. Κι αυτό το νερό ακόμα το χρησιμοποιούσε κατά αραιά διαστήματα. Ήθελε τον εαυτό του ελεύθερο κι απ' αυτές τις φυσικές ανάγκες. Το πνεύμα του θεού τον είχε φωτίσει απ' την αρχή ν' αντιληφθεί, πως η εγκράτεια στην τροφή είναι ένα γερό χαλινάρι για να μπορεί ο άνθρωπος να συγκρατεί τις κατώτερες ορμές του. Και δεν είχε άδικο. Εκείνος που περιφρονεί την εγκράτεια καταντά κάποιες στιγμές να 'ναι σαν άλογο που δεν έχει χαλινό. Η εγκράτεια των τροφών εξασθενεί και τα διάφορα πάθη καθώς και τις σαρκικές ορμές, που ακατάπαυστα βασανίζουν τον άνθρωπο και μάλιστα στη νεανική ηλικία.

Για ενίσχυση τούτου του αγώνα του χρησιμοποιούσε πλούσια το στήριγμα κάθε ευγενικής προσπάθειας, την προσευχή. Ζωσμένος με σίδερα στη μέση περνούσε τις περισσότερες ώρες της νύχτας και της μέρας με τη σκέψη του στραμμένη στο θέλημα του Θεού και τα χέρια υψωμένα σε προσευχή.

Το οικοδόμημα της χριστιανικής ζωής του, ο άγιος στήριζε στην ταπεινοφροσύνη. «Πας α ταπεινών εαυτόν υψωθήσεται», έλεγε συχνά στους ακροατές του. «Μηδείς το εαυτού ζητείτω, αλλά το του ετέρου έκαστος», πρόσθετε με αγάπη και καλοσύνη. Έτσι η ζωή του έγινε μια επίμονη πορεία προς την αρετή, προς την τελειότητα, προς την αγαθότητα. Αλλά και το καλύτερο, το ζωντανότερο κήρυγμα για κείνους που τον επεσκέπτοντο ή που επισκεπτόταν ο ίδιος.

Έτσι έζησε ο όσιος. Με σύνθημα την αρετή και βοήθεια τα πολλά θαύματα, που έκαμνε με τη χάρη του Θεού, πρόβαλλε πειστικά το Ιερό έργο που επιτελούσε, το έργο της σωτηρίας ψυχών.

Όταν έφτασε η ώρα ν' αφήσει την πρόσκαιρη τούτη ζωή, ο άγιος προαισθάνθηκε τον θάνατο του, κάλεσε κοντά του τον Ροδώνα, ένα από την Ιεραποστολική ομάδα και τρίτο κατά σειρά επίσκοπο της αρχαίας Ταμασού, και του ανέθεσε να συγγράψει τα έργα του αγίου Ηρακλειδίου και του Μνάσωνος για οικοδομή των πιστών. Σ' αυτόν παρέδωκε κι ο ίδιος τα απομνημονεύματα που είχε γράψει μέχρι της ημέρας εκείνης για τους δύο αγίους. Ύστερα φώναξε κοντά του μερικά απ' τα πνευματικά του παιδιά, τα νουθέτησε, τα στήριξε με την τελευταία διδασκαλία του και γαλήνιος παρέδωκε τη μακάρια ψυχή του στα χέρια του Θεού στις 4 του Οκτώβρη.

Οι άγιοι Ηρακλείδιος και Μνάσων, μαζί με τους άλλους πιστούς αδελφούς, με πολλή λύπη κήδευσαν το άγιο λείψανο και το έθαψαν στον ίδιο τάφο, που είχαν θάψει πρωτύτερα και τον πατέρα του Χρύσιππο.

Ένα από τα νεώτερα θαύματα του αγίου θα αναφέρουμε κι εδώ, όπως το διηγήθηκε ο Γεώργιος Χατζηαποστόλης, αυτόπτης μάρτυρας (1888): Το αντιγράφουμε από το βιβλίο «Ο άγιος Ηρακλείδιος» του αείμνηστου Ι.Π. Τσικνοπούλου.

— Τον τζαιρόν που εχτίζετουν η εκκλησιά μας, ήμουν έτσι μιτσής, αμμά αθθυμούμαι καλά, γιατί η εκκλησιά μας πριν, ήτουμ με τα βολίτζια με το δώμαν, τζαί μέσ' στο σιειμώνα που έβρεσιεν έστασσεμ πάνω μας.

Εθελήσαν οι γοννιοί μας να τη χαλάσουν τζιαί να χτίσουν άλλην, αμμά ριάλια εν είχασιν.

Ήντα'μ πόθθε να κάμουν; εποφασίσαν να πουλήσουν τα χωράφκια της εκκλησιάς τζαί εγόρασέν τα ο μακαρίτης ο τζύρης μου 'τζαί αρκινήσαν τζαί έχτιζαν.

Άμα τζαί εχτίσαγ κάμποσες ήμερες, ελείφτηκαν τον ύψο. Λαλεί τους ο μάστρος τους αρκάτες: «Ε κοπέλια, αύριον εν ιχτίζουμεγ, γιατί εν έχουμε ύψο». Λαλούν του οι αρκάτες του μάστρου: «Ε ήντα 'μ που 'ννα κάμουμε, μάστρε; να ξαρκούμε;» Λαλεί ο μάστρος: «Εν ηξέρεις ως αύριον αν ο άγιος μας εγκάμη κανένα θάμμα!»

Είσιεν τζαί ένα γκαμηλάρημ που έφερνεν ταχτικά ύψον εις την εκκλησιά μας, τζαί τζείνην την ημέραν έδωκε λόον να πάει στα Λεύκαρα να πάρει άσιερον. Την νύχτα επήεν ο άϊος είς τον ύπνον του τζαί λαλεί του. «Να πάεις να πάρεις ύψον εις την εκκλησιάν του Πολιτικού».

Εσηκώθην τζαί ο καμηλάρης την αυγήν να φορτώσει άσιερον να πάει στα Λεύκαρα. Ετράβησεν τες καμήλες έξω να φορτώσει. Ετράβησεν το γκάμηλο πρώτα να το φορτώσει, αμμά εστάθην αδύνατον να τον κάμει να κάτσει: ο κάμηλος εμουγγάριζεν τζαί εβούραμ πάνω του να το φάει.

Άμα τζιαί είδεν ο καμηλάρης πως, εν ημπόρεσεν να φορτώσει, επήεν τζαί έδησεν τες καμήλες μεσ' στον στάβλον, τζαί επήεν τζαί έππεσεν. Όσον τζαι έππεσεν τζαί εκαμεν να τον πάρει ο ύπνος, πάλε επήεν ο άϊος τζαί λαλεί του. «Να πάεις να φορτώσεις ύψον να πάρεις στην εκκλησιάν του Πολιτικού».

Εσηκώθημ πάλι ο καμηλάρης να φορτώσει άσιερον να πάει στά Λεύκαρα. Τραβά τες καμήλες έξω να τις φορτώσει. Πάλι εν εγονάτισε ο κάμηλος, ετράβαν να φύει. Έδησεν τες έσσω πάλε, τζαί επήεν τζιαί έππεσεν. Εν επέρασεμ πολλή ώρα, τζιαί πάλε πάει ο άϊος τρίτη φορά τζαί λαλεί του. «Να πάεις να φορτώσεις ύψον να πάρεις στην εκκλησιάν του Πολιτικού».

Άμα τζαί εξημέρωσε πκιόν, ήντα 'μποθεννά κάμει τζαί ο καμηλάρης; επήεν να φορτώσει ύψον, αφού εν εμπόρεσεν να πάει στα Λεύκαρα.

(Κοντά στο χωριό Τσέρι υπάρχει μια τοποθεσία που λέγεται Κουτσόπουλος, και υπήρχε εκεί γυψοποιείο. Δεν ξέρω αν υπάρχει και σήμερα).

Το λοιπόν, επήεν ο καμηλάρης, ηύρεν τον υψάρην τζαι λαλεί του, (αφού πρώτα τον εχαιρέτησεν)! «Μάστρε, έσιεις κανένα φόρτωμαν ύψο για την εκκλησιάν του Πολιτικού;» Λαλεί του «Έχω». Λαλεί ο καμηλάρης «Να φορτώσω να πάω, τζαί για τα ριάλια κάμνετε καλά». Λαλεί του τζαί ο υψάρης «Έλα, φόρτωσε, τζαί έχουμε το λόον».

Ετράβησεν τις καμήλες να φορτώσει- ετράβησεν το κάμηλο πρώτα. Όσον τζαί ετράβησέν το κοντά στα γομάρκα, εγονάτισεμ μανιχός του.

Εφόρτωσεν ο καμηλάρης, ήρτεν εις το χωρκό στην εκκλησιάν. Όσον τζαί θωρεί τον ο μάστρος, δηλαδή ο χτίστης, «ω, χαΐρ, ολάν, Κωνσταντή, πως μας αθθυμήθηκες;» Λαλεί του τζαί ο καμηλάρης «Αφής με, μάστρε, να κατεβάσω τα γομάρκα και να σας κάμω την ιστορίαν».

Αφού επροσκύνησε πρώτα τον άγιο, διηγήθηκε στους παρευρισκομένους το θαύμα του αγίου Θεοδώρου βεβαιώνοντας, πως αυτός ο ίδιος ο άγιος είναι που πήγε τη νύχτα στον ύπνο του.

Με την ψυχή νοερά γονατισμένη μπροστά στον άγιο Θεόδωρο ας ψάλλει ευλαβικά και κάθε πιστός μαζί με τον υμνογράφο τούτα τα λόγια, που είναι και σήμερα τόσον επίκαιρα:

Ρύσαι την τιμώσαν σε ποίμνην, βαρβάρων αλώσεως, ιερώτατε, σεισμού καταπτώσεως, ανθρώπων παρανόμων, και σκανδάλων του Βελίαρ.

 


 

Οι Άγιοι Γουρίας και Βαρσανούφιος ''οι εν Κοζάνη" (Ρώσοι)

 

Δεν έχουμε λεπτομέρειες για τον Βίο των Αγίων.

 


 

Ο Άγιος Edwin (Άγγλος)

Λεπτομέρειες για τη ζωή αυτού του αγίου της ορθοδοξίας, μπορεί να βρει ο αναγνώστης στο βιβλίο "Οι Άγιοι των Βρετανικών Νήσων", του Χριστόφορου Κων. Κομμοδάτου, επισκόπου Τελμησσού, Αθήναι 1985.
Κατηγορία: Συναξαριστής | Εμφανίσεις: 157 |


Αναρτήθηκε από: andronianoi