Ο Γιάννης Σκαρίμπας ήταν Έλληνας λογοτέχνης, κριτικός, θεατρικός συγγραφέας, ποιητής και πεζογράφος. Το έργο του, εντυπωσιακό σε έκταση και ποικιλία, σημαδεύτηκε από την έντονη αντιδικία του με τις καθιερωμένες αξίες της ζωής και του αστικού πολιτισμού. Εισήγαγε επίσης υπερρεαλιστικά στοιχεία στην ελληνική πεζογραφία. Θεωρείται ένας από τους πρωτοπόρους της ελληνικής λογοτεχνίας.
Η ζωή του Ο Γιάννης Σκαρίμπας, ήταν γόνος ιστορικής οικογένειας από την Αγία Ευθυμία της Φωκίδας, αφού ο πατέρας του, Ευθύμιος Σκαρίμπας, ήταν απόγονος αγωνιστών της Επανάστασης του 1821. Ξεκίνησε τις εγκύκλιες σπουδές του στο Αίγιο και τις ολοκλήρωσε στην Πάτρα. Υπηρέτησε στον Ελληνικό Στρατό ως ανθυπασπιστής στο 5/42 Σύνταγμα Ευζώνων. Διορίστηκε τελωνοσταθμάρχης στην Ερέτρια (πρώην Νέα Ψαρά) και το 1915 εγκαταστάθηκε στην Χαλκίδα, για να εργαστεί εκεί ως εκτελωνιστής.
Στα γράμματα εμφανίστηκε κατά την δεκαετία του 1910 με ποιήματα και πεζά που δημοσίευσε σε διάφορα περιοδικά της Αθήνας και στις εφημερίδες Εύριπος και Εύβοια της Χαλκίδας, χρησιμοποιώντας το ψευδώνυμο Κάλλις Εσπερινός. Η πρώτη του επίσημη εμφάνιση με το πραγματικό του όνομα έγινε το 1929, όταν έλαβε το Α΄ βραβείο διηγήματος για το πεζό Ο καπετάν Σουμερλής ο Στουραΐτης, το οποίο δημοσίευσε στο περιοδικό Ελληνικά Γράμματα.
Ο μπαρμπα-Γιάννης Σκαρίμπας, όπως ήταν γνωστός στους φίλους του, έζησε όλη του την ζωή στην Χαλκίδα και ταξίδεψε ελάχιστα. Πέθανε στις 21 Ιανουαρίου 1984 και τάφηκε στο κάστρο του Καράμπαμπα.
 Εργογραφία
* Καϋμοί στο Γριπονήσι, διηγήματα (1930) * Το θείο τραγί, διηγήματα (1933) * Μαριάμπας, μυθιστόρημα (1935) * Ουλαλούμ, ποιήματα (1936) * Το σόλο του Φίγκαρω, μυθιστόρημα (1939) * Εαυτούληδες, ποιήματα (1950) * Ο ήχος του κώδωνος, θέατρο (1950) * Το Βατερλώ δύο γελοίων, μυθιστόρημα (1959) * Η μαθητευομένη των τακουνιών, τρεις νουβέλες (1961) * Βοϊδάγγελοι, ποιήματα (1968) * Άπαντες στίχοι, ποιήματα (1970) * Το ’21 και η αλήθεια, Η τράπουλα και Οι γαλατάδες, ιστορία (1971–1977) * Ο σεβαλιέ σερβάν της Κυρίας, θέατρο (1971) * Η περίπολος Ζ΄, χρονικό από τον Α΄ Παγκ. Πόλεμο (1972) * Τυφλοβδομάδα στη Χαλκίδα, διηγήματα (1973) * Φυγή προς τα εμπρός, μυθιστόρημα (1976) * Τρεις άδειες καρέκλες, διηγήματα (1976) * Αντι-Καραγκιόζης ο Μέγας, θέατρο (1977) * Τα πουλιά με το λάστιχο, χρονογραφήματα (1978) * Τα καγκουρώ, θέατρο (1979) * Σπαζοκεφαλιές στον ουρανό, αντιδιηγήματα (1979) * Η κυρία του τραίνου, θέατρο (1980) * Ο πάτερ Συνέσιος, θέατρο (1980)
 Χαλκίδα (από τη συλλογή ΟΥΛΑΛΟΥΜ)
Νάν' σπασμένοι οι δρόμοι, νά φυσάει ο νότος κι εγώ καταμονάχος καί νά λέω: τί πόλη! νά μήν ξέρω άν είμαι –μέσα στήν ασβόλη– ένας λυπημένος πιερότος!
Φύσαε –είπα– ο νότος κι έλεγα: Η Χαλκίδα, ώ Χαλκίδα –πόλη (έλεγα) καί φέτος ήμουν –στ' όνειρό μου είδα– Περικλέτος, πάλι Περικλέτος ήμουν –είδα…
Έτσι έλεγα! Ήσαν μάταιοι μου οι κόποι πάν' σέ ξύλο κούφιο, πρόστυχο, ανάρια, Ως θερία, ως δέντρα –αναγλυμένοι– ως ψάρια τά όνειρά μου (μούμιες) κι οι ανθρώποι.
Τώρα; Πόλη, τρέμω τά γητέματά σου κι είμαι ακόμα ωραίος σάν τό Μάη μήνα, κρίμα, λέω, θλιμμένη νάσαι κολομπίνα καί νά κλαίω εγώ στά γόνατά σου. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Έτσι νάν' σπασμένοι, νά φυσά απ' τό νότο καί μέ πίλο κλόουν νά γελάς, Χαλκίδα: Άχ, νεκρόν στό χώμα –νά φωνάζεις– είδα έναν μου ακόμη πιερότο! . . .
ΦΑΝΤΑΣΙΑ (από τή συλλογή ΟΥΛΑΛΟΥΜ)
Νάναι σά νά μάς σπρώχνει ένας αέρας μαζί πρός έναν δρόμο φιδωτό πού σβεί στά χάη, καί σένα τού καπέλου σου πλατειά καί φανταιζί κάποια κορδέλα του, τρελά νά χαιρετάει.
Και νάν' σάν κάτι νά μού λές, κάτι ωραίο κοντά γι' άστρα, τή ζώνη πού πηδάν των νύχτιων φόντων, κι αύτός ο άνεμος τρελά-τρελά νά μάς σκουντά όλο πρός τή γραμμή των οριζόντων.
Κι όλο νά λές, νά λές, στά βάθη τής νυκτός γιά ένα – μέ γυάλινα πανιά – πλοίο πού πάει Όλο βαθιά, όλο βαθιά, όσο πού πέφτει εκτός: έξω απ' τόν κύκλο των νερών – στά χάη.
Κι όλο νά πνέει, νά μάς ωθεί αύτός ο άνεμος μαζί πέρ' από τόπους καί καιρούς, έως ότου – φως μου – (καθώς τρελά θά χαιρετάει κείν' η κορδέλα η φανταιζί) βγούμε απ' τήν τρικυμία αύτού τού κόσμου . . .
ΤΟ ΜΟΝΤΕΛΟ (από τή συλλογή ΟΥΛΑΛΟΥΜ)
Πού τήν είδα; Συλλογίζομαι άν στούς δρόμους τήν αντίκρυσα ποτές μου ή στ' αστέρια, τούς χυτούς της φέρνει η ιδέα μου τούς ώμους δίχως χέρια!
Δίχως χέρια . . . Τό μάτι της γυαλένιο άς μή μ' έβλεπε – μ' εθώρει κι ήταν τ' όντι ρόδο ψεύτικο τό γέλιο της – κερένιο – καί τό δόντι.
Τήν στοχάζομαι. Η φωνή της, λές, μού εμίλει ριγηλή σάν μέσ' σέ όνειρο – και τ' όμμα ήταν σφαίρα. Σπασμός τρίγωνος τά χείλη καί τό στόμα.
Τ' ήταν; πνεύμα; Μήν φτιαγμένη ήταν, ωϊμένα, ύποπτεύομαι – καί τρέμω νοερά μου – απ' τό ίδιο ύλικό πούναι φχιαγμένα τά όνειρά μου; . . .
Αχ πώς τρέμω! ο νούς μου πάει σ' ιδέες πλήθος, σέ μπαμπάκια καί καρτόνια – ο νούς μου βάνει γεμισμένο της μήν ήτανε τό στήθος μέ ροκάνι!
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . Ώ Κυρά μου – Άγγελε – Σύ – των μειρακίων πόχεις τό γέλιο, ώ χαύνη κόρη των πνευμάτων, σέ μια βιτρίνα σ' έχουν στήσει γυναικείων φορεμάτων. . .
ΟΥΛΑΛΟΥΜ . . .
Ήταν σα να σε πρόσμενα Κερά απόψε που δεν έπνεε έξω ανάσα, κι έλεγα: Θάρθει απόψε απ' τα νερά κι από τα δάσα.
Θάρθει, αφού φλετράει μου η ψυχή, αφού σπαρά το μάτι μου σαν ψάρι και θα μυρίζει ήλιο και βροχή και νειό φεγγάρι . . .
Και να, το κάθισμά σου σιγυρνώ, στολνώ την κάμαρά μας αγριομέντα, και να, μαζί σου κιόλας αρχινώ χρυσή κουβέντα:
. . . Πως – να, θα μείνει ο κόσμος με το "μπά" που μ' έλεγε τρελόν πως είχες γίνει καπνός και - τάχας - σύγνεφα θαμπά προς τη Σελήνη . . .
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Νύχτωσε και δεν φάνηκες εσύ· κίνησα να σε βρω στο δρόμο - ωιμένα - μα σκούνταφτες (όπου εσκούνταφτα) χρυσή κι εσύ με μένα.
Τόσο πολύ σ' αγάπησα Κερά, που άκουγα διπλά τα βήματα μου! Πάταγα γω - στραβός - μεσ' τα νερά; κι εσύ κοντά μου . . .
Ταμάρα
Αλλόκοτη και μελαψή, ωραία και ιερή λες έσερνε αγγελικές φτερούγες κι' επερπάτει αδέξια και αμέριμνη, μ' εκείνην τη νωθρή περπατησιά μια Θέαινας, σ' Ολύμπιο μονοπάτι.
Και μπόραε — όπως πάγαινε παχειά — κανείς διεί στο φίνο της κι' εφαρμοστό μποτίνι ένα ποδάρι χυτό, και μες στων ρούχων της το σούσουρο oι φαρδιοί γοφοί της πώς θα λάμπανε— γυμνοί—σαν το φεγγάρι.
Το αίμα της μεσημβρινό, χυμένο λες — κει — να σφυράει μες στο γυναικείο της κορμί — εμβατήριο τέλειο — κι' είχε κάτω απ' τα βλέφαρα—βαμμένα με κινά— μουχρό, βαρύ τριαντάφυλλο το σαρκικό της γέλιο.
Κι' εγώ την ειχ' αγάπη μου!.. Μια φλόγα και καπνός ήταν ό,τι απ' τ' αγκάλιασμά-της πίναν μου οι πόροι, ενώ με όμμα ατάραχο αυτή με εκύταε ως τον πόθο μου τον γήινο να ενόγαε κι απόρει...
Κι' ήμουν ειδωλολάτρης της!. Ψηλά o εν ουρανοίς Κύριος κι' οι Άγιοι του, για με πια ουδ' αρωτάγαν κι' ενώ ουδ' εγώ αρώταγα, αρχαίου Ναού — αυτηνής — — κολώνες που γκρεμίστηκαν— τα μπούτια της φωτάγαν...
Και πέθανε... Και με παπά τη θάψαμε! και να —μ' αυλούς— οι τραγοπόδαροι Θεοί της σουραβλάνε και γύρω απ' τον ειδωλολατρικό Σταυρό της, παγανά και Σηλεινοί, στη μνήμη της χορεύουν και πηδάνε...
Το ξάφνιασμα
Δυο Πάνες φουσκομάγουλοι, στου κήπου σου τις στέρνες, τα χάλκινα —με τρεις οπές— σουράβλια είχαν στα χείλη, όταν εσύ τις φωτεινές του χάμου έκρουσες φτέρνες — ζυγά πιτσούνια που έπαιζαν το 'να το άλλο εφίλει.
Του φραμπαλά σου φτερωτή τότε η — σαΐτα —ρίγα (των χρυσοκεντημένων της — αράδα — παπαγάλων) στις γάμπες σου ανελίχτηκε — γοργό ερπετό — που ερίγα στο αλληλοκυνήγημα των άσπρω σου αστραγάλων.
Kι έφυγες. Ωωω. Σαν αστραπών — στο σέρπιο μονοπάτι — τύφλες φωτός (και σκίρτημα δορκάδας έρμου δάσου) έμειναν τ' άψε-σβήσε σου: το πήδημα, το πάτι και τ' αλαφριό, σαν άξαφνου πουλιού, ξεφτούρισμα σου...
Η Κυρά μου η τρέλα... (Τα Νέα Ελληνικά 1 [Ιανουάριος 1952])
Πώς ήταν έτσι, πώς μου εφάνη ως είχεν έμβει κειο το βαπόρι μες στο λιμάνι με όκια τεφρά, όπως το τύλιξε στ' αχνά μετάξια της σιγά η ρέμβη ως το ρυμούλκησε μειλίχιο η νύστα μου εκεί αλαφρά.
Ήρθε και στάθηκε μπερδικλωμένο σ' αχνή τολύπη κ' ήταν σαν κάτι, κάτι ανείπωτο νάχε να πει, κι ύστερα, παίρνοντας, σκυφτή επιβάτισσά του τη λύπη ως ήρθε θάφευγε, με κυβερνήτη του τη σιωπή.
Κι η νύχτα έφτασε. Αχ, το βαπόρι μες στην ασβόλη, τι τρέλα θάκανε ανεπανόρθωτη και μαγική; Μη θα κεραύνωνε με μια του λέξη την έρμη πόλη μη θα ξεμπάρκαρε τη φρίκη αμίλητη οτο μώλο εκεί;
Ή μη—βαρκάκια του—μ' άσπρες κορδέλες σταυροδεμένα φέρετρα θάστελνε όξω—σαν κύματα και σαν αφροί— όπου θα κείτονταν της γης τα νήπια μαχαιρωμένα ή όπου όλοι όσοι αγαπήθηκαν, θάσαν vεκροί; . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Τίποτα, τίποτα... Μα πώς έτσ' ήταν, πώς μου εφάνη αυτό το πλοίο; Στάθηκε αμίλητο μ' όψη φριχτή, κι έφυγε, ως τόφερε η Κυρά μου η τρέλα μες στο λιμάνι, αυτή που παίρνοντας με από το χέρι με περπατεί...
Το βαπόρι
Νάναι ως νάχης φύγει — με τους ανέμους — καβάλλα στο άτι της σιγής κι' όλα να πάης και vάv' πολλά καράβια, πολλή θάλασσα — μεγάλα σύγνεφα πάνω — οι άνθρωποι κι' ο Μάης.
Κι' εντός μου εμένα να βρυχιέται — όλο να τρέμει — βαρύ ένα βαπόρι και κατόπι πάλι εσύ κι' ο Μάης κι' οι ανέμοι κι' έπειτα πάλιν οι ανθρώποι, οι ανθρώποι.
Και νάναι όλα απ' ό,τι φεύγει —και δε μένει— σε μια πόλη ακατοίκητη, κι' εντός μου ακυβέρνητο, όλο να σε πηγαίνει το καράβι έξω απ' την τρικυμία τούτου κόσμου.
Στάδιον δόξης (συλλογή Εαυτούληδες 1950)
Ως ανύποπτος καθόμαν, ήρθαν όλα μι' αντάρα οι ήρωές-μου κι οι στίχοι-μου — φιόρα-μου όλα πλατύφυλλα —, κάθε μια της ζωής-μου ήταν — κει — στραβομάρα, κάθε γκάφα-μου ή τύφ-λα...
Κι ως αρπώντας με μ' έβγαλαν σηκωτόν απ' την πόλη (με καμπούρες κι αλλήθωροι — με στραβή άλλα αρίδα). όλα εκεί με τριγύρισαν και με δείξαν — χαχόλοι — κει βαθιά, τη Χαλκίδα:
... Βλέπεις μαιτρ —μου φωνάξανε— τη Χαλκίδα την είδες όπου συ μες στα φάλτσα-σου μόνον, ήξερες ν' άρχεις; Νά τα έργα-σου, οι πόθοι-σου — όλοι εμείς — φασουλήδες, νά και συ θιασάρχης!...
Τι ντεκόρ ανισόρροπο που με μύτη γελοία μαιτρ μπεκρής το σκεδίαζε στό 'να πόδι να στέκει. ήταν κει, λες και χτίστηκε με γλαρή κιμωλία, όρθιο η πόλη λελέκι...
Κι ω Θεέ-μου, τι θίασος, τι λερή συνοδεία εαυτούληδων (τούτοι-μου), να μοιράσουν σαν λύκοι μεταξύ-τους — για ρόλους-των — κάθε μια-μου αηδία, κάθε τι ρεζιλίκι..
Κι είμαι γω θιασάρχης-τους; Αλς κουρσούμ τώρα εξώλης και προώλης-τους (τέλειος να μαθαίνω τους ρούμπες), νά μ' αυτούς τους παλιάτσους-μου θα κινήσω στις πόλεις με κραυγές και με τούμπες!...
Κι ως στα πάλκα η φάτσα-μου γελαστή θα προβαίνει (αχ, κι η πρόγκα — τι δόξα-μου!.,. — σ' ουρανούς θα με σύρει) η Χαλκίδα εκεί πισω-μου θα φαντάζει χτισμένη σαν από —τεμπεσίρι...
Εαυτούληδες (από τη συλλογή Εαυτούληδες 1950)
Ως ωραία ήταν μου απόψε η λύπη, ήρθαν όλα σιωπηλά χωρίς πάθη και με ήβραν —χωρίς κανέν' να μου λείπει— τα λάθη.
Κι ως τα γνώρισα όλα-μου γύρω — μπραμ-πάφες όλα κράταγαν, τρουμπέτες και βιόλες —ΕΑΥΤΟΥΛΗΔΕΣ που με βλέπαν, oι γκάφες- μου όλες.
A!... τι θίασος λίγον τι από αλήτες μουζικάντες μεθυσμένους και φάλτσους, έτσι ως έμοιαζαν — με πρισμένες τις μύτες— παλιάτσους.
Και τι έμπνευση να μου δώσουν τη βέργα μπρος σε τρίποδα με κάντα μυστήρια, όπου γράφονταν τ' αποτυχημένα-μου έργα —εμβατήρια!
Α... τι έμπνευση!... Μαιτρ του φάλτσου 'γώ πάντα, με τη βέργα-μου τώρα ψηλά —λέω— με τρόμους νά, με δαύτη-μου να παρελάσω τη μπάντα στούς δρόμους.
Kι ως πισώκωλα θα παγαίνω πατώντας, μες σε κόρνα θα τα βροντούν και σαντούρια οι παλιάτσοί-μου — στον αέρα πηδώντας — τα θούρια...
AOL News |