Στις
5 Μαρτίου ο δείκτης που αποτυπώνει την αξία του αμερικανικού δολαρίου
έναντι 6 άλλων κύριων νομισμάτων άγγιξε το 89,11, το υψηλότερο του
σημείο φέτος. Έκτοτε όμως το δολάριο είχε καθοδική πορεία. Την Τρίτη 20
Οκτωβρίου, για παράδειγμα, ο δείκτης του δολαρίου είχε πέσει στο 75,24,
που αποτελεί το χαμηλότερο σημείο εδώ και ένα χρόνο τουλάχιστον.
Αυτό προφανώς δεν αποτελεί καμιά ολοκληρωτική κατάρρευση του δολαρίου, ούτε είναι απαραιτήτως λόγος
ανησυχίας. Οι Αμερικανοί εξαγωγείς, που βλέπουν τα προϊόντα τους να
γίνονται πιο ανταγωνιστικά στο εξωτερικό, είναι ικανοποιημένοι με το
πιο αδύνατο δολάριο. Κατά αναλογία μπορεί να είναι χαρούμενοι και οι
εγχώριοι παραγωγοί γιατί τα ανταγωνιστικά στα δικά τους εισαγόμενα
προϊόντα ακριβαίνουν. Αλλά και οι Ευρωπαίοι τουρίστες μπορεί να
χαίρονται αφού με τα ευρώ τους μπορούν να αγοράσουν περισσότερα
πράγματα όταν επισκέπτονται την Αμερική.
Παρά
ταύτα η συνεχιζόμενη πτώση του δολαρίου προκαλεί τα μουρμουρητά
δυσαρέσκειας της Κίνας, της Ρωσίας και άλλων κρατών που έχουν το
μεγαλύτερο μέρος των νομισματικών αποθεματικών τους σε δολάρια και
εξετάζουν τώρα το ενδεχόμενο να διαφοροποιήσουν μέρος τους μεταφέροντάς
το σε άλλα νομίσματα. Η επιβολή φόρου 2% στις εισροές κεφαλαίων της
Βραζιλίας αποτελεί επίσης μια ένδειξη ότι και άλλες χώρες ανησυχούν για
τις επιπτώσεις μιας πιθανής ενίσχυσης των νομισμάτων τους έναντι του
δολαρίου.
Η
ανησυχία για το δολάριο δεν είναι κάτι το νέο. Και πριν την έναρξη της
χρηματοπιστωτικής κρίσης ορισμένοι φοβούνταν ότι μια ενδεχόμενη
κατάρρευση του δολαρίου σε συνδυασμό με μια δραστική αύξηση στις
αποδόσεις των αμερικανικών ομολόγων – καθώς οι ξένοι θα δίσταζαν πια να
χρηματοδοτούν το έλλειμμα του ισοζυγίου πληρωμών των ΗΠΑ – θα μπορούσαν
να προκαλέσουν μια οικονομική κρίση. Αντ' αυτού
ήταν τα στεγαστικά δάνεια υψηλού κινδύνου και το υπερχρεωμένα
χρηματοπιστωτικά ιδρύματα που οδήγησαν την παγκόσμια κοινότητα στη
χειρότερη ύφεση μετά τη Μεγάλη Ύφεση.
Η
ύφεση περιόρισε την κατανάλωση και άρα τις εισαγωγές στην Αμερική,
αποκαθιστώντας μερικώς την ανισορροπία και περιορίζοντας το έλλειμμα
του αμερικανικού ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών. Αλλά κατά ένα ειρωνικό
τρόπο, η συγκεκριμένη εξέλιξη συνοδεύτηκε από μια επιπλέον εξασθένηση
του δολαρίου.
Η πιο απλή εξήγηση για την πτωτική πορεία του δολαρίου βασίζεται στον παράγοντα της “αποφυγής
του κινδύνου”. Τον καιρό που τα στοιχεία ενεργητικού που ενείχαν
μεγαλύτερο κίνδυνο έχαναν την αξία τους, το δολάριο έτεινε να
ανεβαίνει. Τώρα που τα στοιχεία ενεργητικού που ενέχουν μεγαλύτερο
κίνδυνο αυξάνονται, το δολάριο πέφτει. Το δολάριο εμφανίζει μια σταθερή
πτώση από τον Μάρτιο, εποχή που στα χρηματιστήρια άρχισε μια
φαινομενική ανάκαμψη. Ενδεχομένως όλα αυτά να
οφείλονται σε κινήσεις των εγχώριων Αμερικανών επενδυτών που
επαναπάτρισαν τα κεφάλαια τους το 2008, όταν ανησυχούσαν για την
κατάσταση των χρηματοπιστωτικών αγορών και τα έβγαλαν ξανά εκτός ΗΠΑ
αυτό το καλοκαίρι, εξαιτίας των εκτιμήσεων ότι η παγκόσμια οικονομία
ανακάμπτει.
Αλλά
αν και η αποφυγή του κινδύνου μπορεί να παίζει κάποιο ρόλο, το να
περιγράφει κανείς το δολάριο σαν “ασφαλές καταφύγιο” μοιάζει πολύ
αμφίβολο. Αντιθέτως η αδυναμία των θεμελιωδών μεγεθών της αμερικανικής
οικονομίας τροφοδοτεί καχυποψία απέναντι στο νόμισμα. Ορισμένοι
επισημαίνουν το μέγεθος του δημοσιονομικού ελλείμματος που αναμένεται
να φτάσει το 13% του ΑΕΠ φέτος. Και είναι ελάχιστες οι ενδείξεις
ότι η κυβέρνηση Ομπάμα σκοπεύει να μειώσει το έλλειμμα, η δε
μεταρρύθμιση του συστήματος υγείας μπορεί να το αυξήσει περαιτέρω.
Αλλά
αφού οι ξένοι επενδυτές ανησυχούν τόσο, γιατί η πτώση του δολαρίου δεν
συνοδεύεται από μια σημαντική αύξηση των αποδόσεων των ομολόγων; Αυτό
μπορεί να εξηγείται από το γεγονός ότι σημαντικό μέρος των ομολόγων που
εκδόθηκαν φέτος έχει αγοραστεί από την Ομοσπονδιακή Τράπεζα στο πλαίσιο
του προγράμματος “ποσοτικής χαλάρωσης” που εφαρμόζει. Κι αυτό συμβάλλει
στο να παραμένουν οι αποδόσεις χαμηλές.
Μπορεί
επίσης να έχουμε εδώ μια πολύ απλή δυναμική: της προσφοράς και της
ζήτησης. Πέρσι η αγορά είχε έλλειψη δολαρίων γιατί οι επενδυτές
χρειάζονταν το αμερικανικό νόμισμα προκειμένου να καλύπτουν τις ανάγκες
τους για ρευστότητα. Φέτος όμως το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης έχει
δημιουργήσει πλεόνασμα δολαρίων (και βρετανικών λιρών), οδηγώντας με
αυτό τον τρόπο και τα δύο νομίσματα προς τα κάτω.
Η
υιοθέτηση της πολιτικής της “ποσοτικής χαλάρωσης” δημιουργεί επίσης
προβλήματα στις κεντρικές τράπεζες που μελετούν στρατηγικές εξόδου. Μια
πρώιμη εγκατάλειψη της συγκεκριμένης πολιτικής μπορεί να προκαλέσει
απότομη αύξηση των αποδόσεων των ομολόγων, εκτός κι αν υπάρξει
απρόσμενη εντυπωσιακή βελτίωση στα οικονομικά μεγέθη. Η παράταση της
ποσοτικής χαλάρωσης όμως θα οδηγήσει σε περαιτέρω εξασθένηση του
νομίσματος.
Είναι
δύσκολο να δει κανείς τι θα μπορούσαν να κάνουν οι αμερικανικές αρχές
για να στηρίξουν το νόμισμά τους, ακόμη και αν ήθελαν. Οι σημερινές
χαμηλές αποδόσεις των ομολόγων προσφέρουν ελάχιστη στήριξη στο δολάριο.
Και είναι σχετικά απίθανο η FED να αυξήσει τα σημερινά σχεδόν μηδενικά
επιτόκια μέσα στους επόμενους 12 μήνες.
Είναι
πολύ δύσκολο όμως να βρούμε κι άλλο ανάλογο φαινόμενο στην ιστορία. Μια
χώρα με τεράστιο εξωτερικό χρέος, με ένα δημοσιονομικό έλλειμμα που η
κυβέρνηση δεν προσπαθεί να ελέγξει, δημιουργεί μεγάλες ποσότητες
επιπλέον νομίσματος. Και όμως συνεχίζει έτσι, με πολύ χαμηλά επιτόκια.
Ίσως όλα αυτά να οδηγήσουν στην κατάρρευση των σημερινών ισορροπιών,
και σταδιακά σε ένα νέο νομισματικό σύστημα όπως έγινε με τη συμφωνία
Μπρέτον Γουντς στη δεκαετία του 1940.
Η
απουσία μιας αξιόπιστης εναλλακτικής λύσης στο δολάριο σημαίνει ότι
παρά την πτωτική του πορεία, η θέση ως παγκόσμιου αποθεματικού
νομίσματος δεν απειλείται. Αλλά το σύστημα μπορεί να αλλάξει με άλλους
τρόπους. Ένας κόσμος όπου τα νομίσματα θα έχουν διακύμανση μέσα σε
συγκεκριμένες ζώνες ή όπου οι ξένοι επενδυτές θα πιέσουν τις ΗΠΑ να
εκδίδουν μέρος των ομολόγων τους σε άλλα νομίσματα, δεν είναι καθόλου
απίθανος καθώς η παγκόσμια κοινότητα θα προσαρμόζεται στο πτωτικό
δολάριο.
http://www.sofokleous10.gr
|