Στον καφενέ απ’ έξω σαν μπέης ξαπλωμένος, του ήλιου τις ακτίνες
αχόρταγα ρουφώ, και στων εφημερίδων τα νέα βυθισμένος, κανέναν δεν
κοιτάζω, κανένα δεν ψηφώ.
Σε μια καρέκλα τόνα ποδάρι μου
τεντώνω, το άλλο σε μιαν άλλη, κι ολίγο παρεκεί αφήνω το καπέλλο,
και αρχινώ με τόνο τους υπουργούς να βρίζω και την πολιτική.
Ψυχή
μου ! τι λιακάδα ! τι ουρανός ! τι φύσις ! αχνίζει εμπροστά μου ο
καϊμακλής καφές, κι εγώ κατεμπνευσμένος για όλα φέρνω κρίσεις, και
μόνος μου τις βρίσκω μεγάλες και σοφές.
Την φίλη μας Ευρώπη με
πέντε φασκελώνω, απάνω στο τραπέζι τον γρόθο μου κτυπώ… εχύθη ο
καφές μου, τα ρούχα μου λερώνω. Κι όσες βλαστήμιες ξέρω αρχίζω να τις
πω.
Στον καφετζή ξεσπάω… φωτιά κι εκείνος παίρνει. Αμέσως άνω
κάτω του κάνω τον μπουφέ, Τον βρίζω κι με βρίζει, τον δέρνω και με
δέρνει, Και τέλος… δεν πληρώνω δεκάρα τον καφέ.
|